Tο μπαλκόνι ως αρχιτεκτονικός χώρος έκφρασης και συνδιαλλαγής του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου μέσα από την νεοελληνική ποίηση, Ναρίνα Σουβατζίδου

Η παρακάτω πρόταση για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής με τίτλο "Tο μπαλκόνι ως αρχιτεκτονικός χώρος έκφρασης και συνδιαλλαγής του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου μέσα από την νεοελληνική ποίηση" αποτελεί εξέλιξη της Μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο «Το μπαλκόνι – Συμβολισμός και νοηματοδότησή του μέσα από λογοτεχνικές αφορμές» που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος ``Αντίληψη, αναπαράσταση και νοηματοδότηση του χώρου`` με υπεύθυνους διδάσκοντες τον κο. Σταύρο Σταυρίδη και Σάββα Κονταράτο. Η εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου» τον Οκτώβρη του 2004.

Το μπαλκόνι είναι ένας μεταβατικός χώρος και μεσολαβεί μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου. Εμπεριέχει ίσως την έννοια του κατωφλιού i αλλά δεν μπορεί να οριστεί μόνο ως τέτοιο. Είναι σίγουρα ένας χώρος που διαπραγματεύεται πολλές αντιτιθέμενες (κάποιες φορές) έννοιες και ισορροπεί μεταξύ διαφόρων στοιχείων. Ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, στο επάνω και στο κάτω, στο ιδιωτικό και στο δημόσιο, στην θέα και στο θέαμα, στο ανοιχτό και στο κλειστό. Τι μπορεί να συμβολίζει και να οριοθετεί; Και τελικά τι μπορεί να στεγάζει;

`` Το σπίτι
κοιτάζει τον δημόσιο δρόμο
και τη θάλασσα
με λογική τεσσάρων παραθύρων,
χαμογελώντας στερεότυπα
μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί
μπαλκόνι.`` ii

Μέσα σε αυτούς τους στίχους της Κικής Δημουλά, το μπαλκόνι παρομοιάζεται με ένα χαμόγελο. Ένας παραλληλισμός που σίγουρα αντανακλά μία μορφολογική, κατ’ αρχήν, αντιστοιχία που δημιουργείται στο μυαλό αυθόρμητα. Χαρακτηριστική είναι η απεικόνιση της πρόσοψης ενός σπιτιού κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζει με πρόσωπο, και σε αυτήν την μεταφορά το μπαλκόνι παραλληλίζεται με το ανθρώπινο στόμα. Το μπαλκόνι είναι το άνοιγμα προς τα έξω. Εκφέρει λοιπόν λόγο, αντιστοιχεί σε έναν τόπο όπου εξωτερικεύεται ένα κομμάτι της εσώτερης αλήθειας και δράσης του σπιτιού. Το μπαλκόνι είναι ένας χώρος κοινοποίησης, κι αυτό γιατί γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων πως βγαίνοντας προσφέρει τον εαυτό του στην δημόσια ματιά.
Εάν ο τόπος είναι ένας χώρος από συμβάντα τότε η αρχιτεκτονική ορθώνει τον χώρο αυτόν και η ποίηση τον περιγράφει και τον εμπλουτίζει με τα δικά της συμβάντα. Μέσα από τα γραπτά κείμενα οι αρχιτεκτονικοί χώροι αποκτούν την παραμυθία που τους συνοδεύει, (συν) αισθηματοποιούνται και μέσα από την ευαισθησία των ποιητών στην προσέγγισή τους διαγράφονται οι πολλαπλές αναγνώσεις τους και εντείνεται η σημασία τους.
Έχει ενδιαφέρον ότι η ποίηση καταγράφει διαφορετικές εκδοχές του τρόπου με τον οποίο βιώνει κανείς αυτό που ο αρχιτέκτονας σχεδιάζει με τρείς και μόνον απλές γραμμές : τον εξώστη, και είναι σημαντικό ο αρχιτέκτονας να αντλεί πληροφορίες σχετικά με τους χώρους που σχεδιάζει από άλλα πεδία. Αναρωτιέται κανείς πόσο πιο ευφάνταστος και γόνιμος θα ήταν o σχεδιασμός εάν συνοδεύει τον αρχιτέκτονα τις στιγμές της σύνθεσης μια παραμυθία για τον κάθε αρχιτεκτονικό χώρο.
Μέσα από τις ποιητικές αναφορές το μπαλκόνι αποκτά διαφορετικές εσωτερικές ατμόσφαιρες και πρόσθετες διαστάσεις, αυτές ενός `λεκτικοποιημένου χώρου`.
Πιο αναλυτικά, ένας από τους στόχους είναι να ερευνηθεί τι είδους πληροφορίες μπορεί να δώσει αυτός ο λεκτικοποιημένος πια μέσα από τον λόγο χώρος, και πως μπορεί η ποίηση να συμβάλει στην παραγωγή νέας γνώσης ή οπτικής πάνω στον αρχιτεκτονικό χώρο .

Σημαντικό κομμάτι της εργασίας θα είναι επίσης να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα αυτού του χώρου και η σημασία του στην πρακτική της νεοελληνικής κατοίκησης.
Αφορμή για την έρευνα στάθηκε επίσης η διαπίστωση ότι ο χώρος του μπαλκονιού
είναι σήμερα ένας παραμελημένος χώρος που χρησιμοποιείται κυρίως σαν αποθηκευτικός και η ύπαρξή του τις περισσότερες φορές είναι σχηματική.
Σκοπός της εργασίας θα είναι επίσης να αναδείξει και να θέσει ορισμένες προβληματικές σχετικά με την σημερινή υπόσταση αυτού του χώρου και πως μπορεί πιθανώς να εμπλουτιστεί και να νοηματοδοτηθεί εκ νέου.



i `` Ίσως πρέπει να ονομάσουμε τούτες τις ενδιάμεσες επικράτειες με ένα όνομα που τους ταιριάζει: κατώφλι. Δεν είναι τα κατώφλια εκείνοι οι τόποι οι ενδιάμεσοι που η διάβασή τους σημαδεύει αλλαγές σε εκείνους που τα διαβαίνουν;… Στο κατώφλι η μετάβαση ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά, ανάμεσα σε ένα εδώ και ένα εκεί, ανάμεσα σε έναν τόπο και σε έναν άλλον εκφράζεται με μα κίνηση. Η κίνηση η ίδια, η ζυμωμένη με τον χρόνο κίνηση, είναι που παράγει το κατώφλι. Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε για τα κατώφλια όχι σαν διαμορφώσεις χώρου αλλά σαν εμπειρίες, σαν σχέσεις με κάποιους χώρους.`` Σ. Σταυρίδης, Από την πόλη οθόνη στην πόλη σκηνή, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (Αθήνα, 2002), σελ.285-286

ii ``Βιογραφικός Πίνακας`` στο: Κ. Δημουλά, Ποιήματα, Εκδόσεις Ίκαρος (Αθήνα, 1998), σελ.87

Δεν υπάρχουν σχόλια: